Τι είναι η ακράτεια;

Η ακράτεια ούρων είναι οποιαδήποτε ανεπιθύμητη διαφυγή ούρων.
Η ακράτεια ούρων είναι σαφώς συχνότερη στις γυναίκες αλλά παρατηρείται και στους άνδρες. Ειδικά στους άνδρες μπορεί να αποτελεί συνέπεια μεγάλων ογκολογικών επεμβάσεων στην κάτω κοιλιά όπως για παράδειγμα αφαίρεση του παχέος εντέρου (ορθού) ή του προστάτη

Νευρολογικά νοσήματα όπως η Κατά Πλάκας Σκλήρυνση η νόσος του Πάρκινσον τα Αγγειακά Εγκεφαλικά Επεισόδια αλλά και οι κακώσεις της Σπονδυλική στήλης (Παραπληγία – Τετραπληγία) μπορεί να ευθύνονται για λειτουργικές διαταραχές της κύστης  και της ουρήθρας με αποτέλεσμα ακράτεια ούρων. Οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν αντικείμενο της «Νευροουρολογίας»

Η πιθανότητα να εμφανιστεί ακράτεια αυξάνεται σημαντικά με την αύξηση της ηλικίας, χωρίς να θεωρείται φυσιολογική συνέπειά της.

Η ακράτεια είναι μια κατάσταση που δεν επηρεάζει άμεσα την επιβίωση, επηρεάζει όμως σημαντικά την ποιότητα της ζωής: συνοδεύεται από συναισθήματα ντροπής, μείωση της αυτοπεποίθησης, μείωση της σεξουαλικής και κοινωνικής δραστηριότητας και απομόνωση. Συχνά, η ακράτεια οδηγεί σε κατάθλιψη.

Το οικονομικό κόστος λόγω της χρήσης πανών ακράτειας αλλά και απουσίας από την εργασία ή μειωμένης παραγωγικότητας είναι δυσβάσταχτο.

Δυστυχώς, ενώ η ακράτεια μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς, πάνω από τους μισούς πάσχοντες δεν αναζητούν ιατρική βοήθεια, αλλά περιορίζονται στη χρήση πάνας ακράτειας!

Η αντιμετώπιση της ακράτειας εξαρτάται κυρίως από το ποια είναι η δυσλειτουργία που οδηγεί στην ακράτεια ούρων δηλαδή από το είδος της ακράτειας. Υπάρχουν δύο είδη ακράτειας: H ακράτεια από προσπάθεια και η επιτακτική ακράτεια.

Στην ακράτεια από προσπάθεια υπάρχει απώλεια ούρων με τη σωματική δραστηριότητα όπως το περπάτημα, το τρέξιμο, η άρση βάρους, η έγερση από την καθιστή θέση αλλά κυρίως με το βήχα, το γέλιο και το φτέρνισμα. Συνήθως δεν υπάρχουν άλλα ενοχλήματα από την ούρηση. Στο είδος αυτό της ακράτειας «υπεύθυνη» είναι η ουρήθρα που αδυνατεί να συγκρατήσει τα ούρα στις παραπάνω καταστάσεις.

Προδιαθεσικοί παράγοντες για την εμφάνιση της ακράτειας από προσπάθεια είναι οι εγκυμοσύνες και οι τοκετοί, η παχυσαρκία, ο χρόνιος βήχας και η δυσκοιλιότητα.

Η θεραπεία εδώ είναι κατά κύριο λόγο χειρουργική.

Στην επιτακτική ακράτεια η απώλεια ούρων ακολουθεί τυπικά μια ξαφνική και  ακατανίκητη επιθυμία για ούρηση με αποτέλεσμα ο ασθενής να «μην προλαβαίνει». Στον τύπο αυτό της ακράτειας δεν μπορεί να προβλεφθεί πότε θα συμβεί το επεισόδιο ακράτειας και συνήθως υπάρχουν και άλλα συμπτώματα όπως συχνουρία και αφύπνιση για ούρηση που όλα μαζί συνθέτουν αυτό που λέμε «υπερδραστήρια κύστη». Ήδη καταλαβαίνει κανείς πως σε αυτό το είδος ακράτειας «υπεύθυνη» είναι η κύστη που απλά «δεν μπορεί να περιμένει». Εδώ η θεραπεία είναι φαρμακευτική.

Βασικής λοιπόν σημασίας για την θεραπεία της ακράτειας είναι να ξέρουμε για ποιο είδος πρόκειται. Αυτό το συμπεραίνει ο γιατρός με το ιστορικό την φυσική εξέταση και απλές εξετάσεις όπως εξέταση ούρων και υπερηχογράφημα του ουροποιητικού. Σε περίπτωση αμφιβολίας ή αν συνυπάρχουν και τα δύο είδη το «πρόβλημα» θα λύσει ο Ουροδυναμικός έλεγχος

  • Χειρουργική θεραπεία της ακράτειας από προσπάθεια στη γυναίκα

Στη ιστορία της Ουρολογίας έχουν καταγραφεί περισσότερες από 100 διαφορετικές χειρουργικές τεχνικές για την αντιμετώπιση της ακράτειας από προσπάθεια οι περισσότερες από τις οποίες έχουν εγκαταλειφθεί και αντικατασταθεί από νεότερες, περισσότερο αποτελεσματικές και λιγότερο επεμβατικές, άρα και καλύτερα ανεκτές από τον ασθενή. Επειδή στην ακράτεια από προσπάθεια «υπεύθυνη» είναι η ουρήθρα που αδυνατεί να συγκρατήσει τα ούρα στόχος των χειρουργικών επεμβάσεων είναι να στηρίξουν την ουρήθρα ώστε να λειτουργεί αποτελεσματικά.

Στην εποχή μας 9 στις 10 περιπτώσεις ακράτειας από προσπάθεια αντιμετωπίζονται με την τοποθέτηση «ταινίας» χωρίς τάση κάτω από την ουρήθρα. Σε ειδικές περιπτώσεις εφαρμόζονται και άλλες τεχνικές όπως η κολποανάρτηση (ή ουρηθροπηξία κατά Burch), η τοποθέτηση «ταινιών» με τάση κάτω από την ουρήθρα  ή, όταν τα παραπάνω αποτύχουν, αντικατάσταση του σφιγκτήρα της ουρήθρας με «τεχνητό σφικτήρα».

Η τοποθέτηση ταινίας είναι μια επέμβαση ημερήσιας νοσηλείας. Γίνεται υπό γενική αναισθησία, ακολουθεί μια τομή 1-2 εκατοστών στο πρόσθιο τοίχωμα του κόλπου και η ταινία εισάγεται δια της τομής αυτής με ειδικά εργαλεία- «εισαγωγείς». Παρά το σύντομο της επέμβασης χρειάζεται σταδιακή επάνοδος στην πλήρη σωματική δραστηριότητα σε διάστημα 1-3 μηνών.

Τραυματισμός της ουρήθρας ή της κύστης διεγχειρητικά, διάβρωση του κόλπου ή της ουρήθρας από την ταινία αποτελούν ασυνήθεις επιπλοκές. Διαταραχές της ούρησης όπως συχνουρία και επιτακτικότητα και μικρή απώλεια αίματος από τον κόλπο  είναι συχνές αλλά παροδικές στη πρώτη μετεγχειρητική περίοδο.

 

  • Θεραπεία της επιτακτικής ακράτειας

Είναι φαρμακευτική. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση αυτής της διαταραχής στοχεύουν την κύστη και την εμποδίζουν στο να ξεκινά την ούρηση παρά τη θέλησή μας. Ως εκ τούτου ελαττώνουν τα επεισόδια επιτακτικής ακράτειας αλλά και τα λοιπά συμπτώματα της «υπερδραστήριας κύστης» δηλαδή την συχνουρία, νυκτουρία και κυρίως την επιτακτική ούρηση.

Γενικά τα φάρμακα αυτά είναι πολύ καλά ανεκτά αν και αρκετοί ασθενείς παραπονούνται για, συχνότερα ήπιες, ξηροστομία και δυσκοιλιότητα

Σε περίπτωση που η από του στόματος θεραπεία αποτύχει η δημιουργεί μη ανεκτές παρενέργειες η ένεση Botox (Αλλαντική τοξίνη) στον μυ της κύστης με πρόσβαση δια της ουρήθρας αποτελεί μια καλή εναλλακτική.

Τι είναι το εκτρόπιο της ουρήθρας;

Το εκτρόπιο της ουρήθρας είναι μια μικρή προβολή του βλεννογόνου της ουρήθρας προς τα έξω.
Πρόκειται για καλοήθη κατάσταση που συνήθως είναι ασυμπτωματική και δεν χρήζει παρέμβασης. Αν το εκτρόπιο αποκτήσει μεγάλο μέγεθος ενδέχεται λόγω μικροτραυματισμών να παρουσιάσει μια μικρή απώλεια αίματος. Όταν δημιουργούνται τέτοιου είδους ενοχλήσεις λόγω μεγέθους γίνεται χειρουργική εκτομή.

Τι είναι η Νευροουρολογία

Νευρολογικά νοσήματα όπως η Κατά Πλάκας Σκλήρυνση η νόσος του Πάρκινσον τα Αγγειακά Εγκεφαλικά Επεισόδια αλλά και οι κακώσεις της Σπονδυλική στήλης (Παραπληγία – Τετραπληγία) μπορεί να ευθύνονται για λειτουργικές διαταραχές της κύστης και της ουρήθρας με αποτέλεσμα ακράτεια ούρων.
Ο Ουροδυναμικός έλεγχος είναι απόλυτα απαραίτητος στη διερεύνηση των ασθενών με νευρολογικά νοσήματα, διότι αυτά προκαλούν ποικιλία λειτουργικών διαταραχών που δεν μπορούν να προβλεφθούν με βάση τα χαρακτηριστικά της νευρολογικής διαταραχής μόνο.

Τι είναι η Πρόπτωση;

Πρόπτωση των πυελικών οργάνων είναι η κατάσταση στην οποία τα όργανα της πυέλου της γυναίκας δηλαδή η μήτρα, η κορυφή του κόλπου σε περιπτώσεις που έχει προηγηθεί υστερεκτομή, η κύστη, ή το τελικό τμήμα του εντέρου, μετακινούνται προς τα κάτω, μέσα κανάλι του κόλπου, και φτάνουν στο στόμιό του ή και χαμηλότερα οπότε γίνεται ορατή τη και ψηλαφητή η προβολή.

Προφανώς αυτό συμβαίνει λόγω ανεπάρκειας των μυών και των συνδέσμων που σε φυσιολογικές συνθήκες στηρίζουν τα όργανα αυτά. Οι εγκυμοσύνες και οι τοκετοί, ο χρόνιος βήχας και η δυσκοιλιότητα καθώς και η βαριά σωματική εργασία αποτελούν προδιαθεσικούς παράγοντες.

Ανάλογα με το ποιο από τα όργανα προσπίπτει περισσότερο η πρόπτωση ονομάζεται κυστεοκήλη, ορθοκήλη ή απλά πρόπτωση της μήτρας αν μετακινούνται περισσότερο η κύστη με το πρόσθιο κολπικό τοίχωμα, η μήτρα, ή το έντερο με το οπίσθιο κολπικό τοίχωμα, αντίστοιχα.

Η πρόπτωση των πυελικών οργάνων δεν είναι απειλητική για τη ζωή ή την υγεία κατάσταση και, ιδιαίτερα όταν είναι μικρή, μπορεί να μην έχει κανένα απολύτως σύμπτωμα. Όταν είναι μεγαλύτερη μπορεί να είναι ορατή η ψηλαφητή και να δημιουργεί αίσθημα «βάρους» ή «τραβήγματος». Στις περισσότερο προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί να δημιουργεί ενοχλήματα από την ούρηση, κυρίως δυσκολία στο άδειασμα της κύστης, την αφόδευση, πχ δυσκοιλιότητα, ή κατά την σεξουαλική επαφή.

Η θεραπεία της πρόπτωσης γίνεται  και χρειάζεται όταν δημιουργεί ενοχλητικά συμπτώματα και είναι κατά κύριο λόγο χειρουργική. Για γυναίκες που δε επιθυμούν ή δεν μπορούν αν υποβληθούν σε χειρουργικές επεμβάσεις η χρήση κολπικών  πεσσών δηλαδή ενδοκολπικών συσκευών που στηρίζουν τα όργανα σε υψηλότερη θέση αποτελεί μια εναλλακτική μέθοδο συντηρητικής αντιμετώπισης.

Υπάρχει μεγάλος αριθμός επεμβάσεων για την αντιμετώπιση της πρόπτωσης ανάλογα με τη οδό της χειρουργικής πρόσβασης (δια του κόλπου ή δια της κοιλιάς), την απόφαση να διατηρηθεί ή να αφαιρεθεί  η μήτρα (ή τμήμα της) και τη χρήση των ίδιων των ιστών της γυναίκας ή άλλων υλικών για την ενίσχυση της  διόρθωσης (χειρουργικά πλέγματα).

Η επιλογή για τη συγκεκριμένη τεχνική συναποφασίζεται από τον ιατρό και την ασθενή μετά από συζήτηση για τους στόχους του χειρουργείου αλλά και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της κάθε μεθόδου. Φυσικά η ηλικία, ο βαθμός της πρόπτωσης και το ιστορικό προηγούμενων επεμβάσεων παίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή της θεραπείας.

Οι συχνότερα εφαρμοζόμενες χειρουργικές τεχνικές είναι:

Α) Πρόσθια, οπίσθια η συνδυασμένη κολπορραφή (με ή χωρίς πλέγμα)

Β) Διακολπική υστερεκτομή ή ανάρτηση της μήτρας με χρήση ειδικών ραφών  που ενισχύουν την αποκατάσταση ή και με χρήση πλεγμάτων

Γ) Ανάρτηση της μήτρας από τα οστά της λεκάνης με τη βοήθεια πλέγματος δια της κοιλιάς (ιεροκολποπηξία). Η μέθοδος αυτή μπορεί να γίνει ανοικτά, λαπαροσκοπικά ή ρομποτικά και αποτελεί την μέθοδο εκλογής και αναφοράς για τελικού σταδίου προπτώσεις ειδικά μετά από προηγούμενη υστερεκτομή.

Ο κίνδυνος υποτροπής της πρόπτωσης αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα των επεμβάσεων για τη ανάταξή της. Τα τελευταία χρόνια έντονη συζήτηση και προβληματισμό έχουν προκαλέσει επιπλοκές που συνδέονται με τη χρήση πλεγμάτων όπως πόνος, φλεγμονή ή «μετακίνηση»  του πλέγματος προς τον κόλπο.

Τι είναι τα στενώματα της ουρήθρας;

Τα στενώματα της ουρήθρας αποτελούν ένα από τα αίτια συμπτωμάτων από την ούρηση, αφού εκδηλώνονται χαρακτηριστικά με χαμηλή και παρατεταμένη ροή ή και δυσκολία στην έναρξη της ούρησης καθώς και αίσθημα ότι η κύστη δεν άδειασε τελείως. Το στένωμα της ουρήθρας είναι μια ανάπτυξη ουλώδους ιστού στο τοίχωμά της με αποτέλεσμα απώλεια της ελαστικότητας του σωλήνα αυτού και περιορισμό του αυλού του. Τα στενώματα της ουρήθρας αφορούν κατά κύριο λόγο άνδρες

Επειδή παρόμοια συμπτώματα προκαλεί και η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη διάγνωση. Η ουρηθρογραφία, δηλαδή η πλήρωση της ουρήθρας με σκιαγραφικό και ο ακτινοσκοπικός έλεγχος του εύρους του αυλού σε όλο του το μήκος, είναι η εξέταση εκλογής. Σημαντικές πληροφορίες μας δίνει και η ουρηθροσκόπηση.

Η αιτιολογία των στενωμάτων της ουρήθρας σε αρκετές περιπτώσεις είναι άγνωστη αποτελεί όμως συχνά συνέπεια ιατρικών πράξεων και επεμβάσεων που γίνονται δια της ουρήθρας. Λοιμώξεις της ουρήθρας σεξουαλικά μεταδιδόμενες (ουρηθρίτιδες) μπορεί, σπάνια, να έχουν ως επιπλοκή το στένωμα της ουρήθρας.

Εκ γενετής ανωμαλίες της ουρήθρας (υποσπαδίας) και επεμβάσεις για αυτές δημιουργούν μια ειδική κατηγορία ασθενών με στενώματα.

Η αντιμετώπιση των στενωμάτων είναι περιλαμβάνει ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές όπως οι διαστολές της ουρήθρας και η οπτική ουρηθροτομή. Οι τεχνικές αυτές στοχεύουν στην καταστροφή της ουλής που ευθύνεται για το στένωμα ώστε η περιοχή να αναγεννηθεί- επουλωθεί φυσιολογικά. Η καταστροφή του ουλώδους ιστού γίνεται με τη θραύση του καθώς εισάγονται προοδευτικά αυξανόμενου εύρους καθετήρες (διαστολή) ή με τομή του με ειδικό μαχαιρίδιο που εισάγεται στην ουρήθρα υπό όραση. Παρά την ελάχιστα επεμβατική φύση των τεχνικών αυτών το πρόβλημα συχνά υποτροπιάζει.

Όταν οι ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές αποτύχουν εφαρμόζουμε τις περισσότερο επεμβατικές τεχνικές ουρηθροπλαστικής. Αυτές περιλαμβάνουν:

Α) Εκτομή του στενωμένου τμήματος και αναστόμωση των υγειών άκρων του σωλήνα της ουρήθρας (τελικοτελική αναστόμωση). Η τεχνική αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε μικρού μήκους στενώματα.

B) Αυξητική ουρηθροπλαστική που περιλαμβάνει εκτομή του στενώματος και αποκατάσταση της συνέχειας της ουρήθρας με χρήση μοσχεύματος. Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται κυρίως σε στενώματα μεγάλου μήκους που δεν μπορεί να εφαρμοστεί η τελικοτελική αναστόμωση.  Διάφοροι ιστοί έχουν χρησιμοποιηθεί  ως μοσχεύματα αλλά αυτός που έχει επικρατήσει είναι ιστός από το βλεννογόνο του στόματος που λαμβάνεται κατά την ώρα του χειρουργείου.

Η σημαντικότερη επιπλοκή των τεχνικών της ουρηθροπλαστικής είναι η αποτυχία τους και η υποτροπή του στενώματος. Η πιθανότητα αυτή εξαρτάται κυρίως από το μέγεθος του στενώματος αλλά και τον αριθμό  προηγούμενων επεμβάσεων.

Τι είναι η κυστεοσκόπηση και γιατί γίνεται;

Η κυστεοσκόπηση είναι μια ιατρική πράξη που εφαρμόζεται από τον ουρολόγο για διαγνωστικούς λόγους και πιο συγκεκριμένα, για την ενδοσκοπική επισκόπηση του βλεννογόνου της ουρήθρας και της κύστης. Η μέθοδος πραγματοποιείται με τη χρήση κυστεοσκοπίου, ενός ειδικού εργαλείου που εισάγεται από την ουρήθρα και σταδιακά προωθείται στην ουροδόχο κύστη και επιτελείται υπό τοπική αναισθησία ή μέθη, αναλόγως με τη μέθοδο (εύκαμπτη ή άκαμπτη κυστεοσκόπηση) και την ανοχή του ασθενούς.
Ενδείξεις για την διενέργεια κυστεοσκόπησης αποτελούν η διερεύνηση της αιματουρίας, ο αποκλεισμός παθολογικών ευρημάτων όπως η ουρολιθίαση ή οι όγκοι στην κύστη καθώς και η μετεγχειρητική παρακολούθηση του αποτελέσματος κάποιας επέμβασης.

Διαδικασία

Πώς γίνεται η κυστεοσκόπηση;

Στην περίπτωση διενέργειας κυστεοσκόπησης, η διαδικασία ξεκινά ως εξής: Αφού ο γιατρός καθαρίσει καλά με τοπικό αντισηπτικό διάλυμά τα εξωτερικά γεννητικά όργανα του άνδρα ή της γυναίκας που εξετάζεται, εφαρμόζεται μέσα στον αυλό της ουρήθρας στείρο τοπικό αναισθητικό υγρό όπως η ξυλοκαϊνη. Στη συνέχεια το κυστεοσκόπιο εισάγεται στην ουρήθρα η οποία και διαστέλλεται από την ταυτόχρονη ροή φυσιολογικού ορού επιτρέποντας την δίοδο του ενδοσκοπίου στην κύστη. Το κυστεοσκόπιο έχει ειδικό φακό που καταγράφει ενδοσκοπικά την κλινική εικόνα της περιοχής της ουρήθρας και της ουροδόχου κύστης. Η μέθοδος είναι από εντελώς ανώδυνη έως ελαφρά ενοχλητική και μετά το πέρας της εξέτασης ο ασθενής μπορεί να αποχωρήσει αμέσως από το ιατρείο. Συνήθως χορηγείται μία δόση προφυλακτικού αντιβιοτικού κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Τα αποτελέσματα της κυστεοσκόπησης βγαίνουν σε πραγματικό χρόνο, δηλαδή κατά τη στιγμή της εξέτασης και η μέση διάρκεια μιας κυστεοσκόπησης δεν ξεπερνά τα 15 λεπτά. Στην περίπτωση χρήσης μέθης, η εξέταση διενεργείται σε κάποια κλινική και ο ασθενής θα χρειαστεί να διακόψει το φαγητό και τη λήψη υγρών λίγες ώρες πριν την εξέταση. Θα παραμείνει στο νοσοκομείο λίγες ώρες για ανάνηψη και μετά απαγορεύεται για 24 ώρες να οδηγήσει.

Συνήθως, δεν αναφέρονται κλινικά σημαντικές παρενέργειες ή επιπλοκές μετά από μία κυστεοσκόπηση. Είναι δυνατόν να παρατηρηθούν τις πρώτες ώρες μετά την εξέταση ήπια δυσουρία (πόνος δηλαδή κατά την ούρηση) ή αιματουρία (ιδίως στις περιπτώσεις λήψης αντιπηκτικών φαρμάκων). Επίσης, όπως μετά από κάθε ενδοσκοπική παρέμβαση, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος προσβολής από κάποιο μικρόβιο, ο οποίος συνήθως προλαμβάνεται με την προφυλακτική αντιβίωση που χορηγείται κατά την εξέταση.

Σε κάθε περίπτωση, ο θεράπων ιατρός πρέπει να ενημερωθεί αν παρατηρηθεί κάτι ασυνήθιστο ή κάποιο σύμπτωμα που επιμένει πάνω από δύο ημέρες μετά την εξέταση.

Τι πρέπει να προσέξεις πριν και μετά την κυστεοσκόπηση;

Πριν την εξέταση ο ασθενής πρέπει να έχει ουρήσει και να έχεις καθαρίσει καλά την περιοχή των γεννητικών οργάνων. Επίσης, θα πρέπει πριν κλειστεί το ραντεβού στο γιατρό, αυτός να έχει ενημερωθεί για το ιατρικό ιστορικό, τον λόγο που γίνεται η εξέταση και την λαμβανόμενη φαρμακευτική αγωγή.

Μετά την κυστεοσκόπηση θα πρέπει να αυξηθεί για λίγες μέρες η κατανάλωση υγρών, ώστε να ξεπλυθεί και να καθαρίσει γρηγορότερα το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα.

Εισαγωγή

Ο ουροδυναμικός έλεγχος είναι μία διαγνωστική ομάδα εξετάσεων που στόχο έχουν τη μελέτη της λειτουργίας της κύστης και της ουρήθρας κατά τη διάρκεια της πλήρωσης της ουροδόχου κύστης όσο και κατά τη διάρκεια της κένωσης αυτής.

Ο ουροδυναμικός έλεγχος πραγματοποιείται για τη διερεύνηση των κατωτέρων καταστάσεων:

  • Ακράτεια ούρων
  • Συχνοουρία (κατά τη διάρκεια της νύχτας ονομάζεται νυκτουρία)
  • Επιτακτικότητα (ξαφνική και έντονη ανάγκη για ούρηση)
  • Επώδυνη ούρηση
  • Δυσκολία στην κένωση της κύστης
  • Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις

Η κύρια αντένδειξη για την πραγματοποίηση της εξέτασης είναι η παρουσία ουρολοίμωξης την ώρα της εξέτασης.

Διαδικασία

Ο ουροδυναμικός έλεγχος μπορεί να περιέχει μερικές ή όλες από τις ακόλουθες εξετάσεις:

  • Ουροροομετρία και μέτρηση του υπολείμματος ούρων
  • Κυστεομανομετρία
  • Μελέτη πίεσης-ροής (κυστεομετρία κένωσης)
  • Βιντεο-ουροδυναμική
  • Ηλεκτρομυογραφία (Electromyography EMG)
  • Προφίλπίεσης της ουρήθρας

Η πραγματοποίηση μίας ή περισσοτέρων από τις άνωθι εξετάσεις είναι επιλογή του θεράποντα γιατρού βάσει των κλινικών σημείων και συμπτωμάτων του ασθενούς.

Ουροροομετρία και μέτρηση του υπολείμματος ούρων

Η Ουροροομετρία είναι μία μη επεμβατική εξέταση που μελετά τη ροή των ούρων κατά τη διάρκεια της κένωση: ο ασθενής απλά ουρεί σε ένα ειδικό δοχείο/τουαλέτα που συνδέεται σε ένα ροόμετρο, μία συσκευή που μας δίνει πληροφορίες για τη ροή των ούρων (αποβληθής όγκος, χρόνος ροής, ροή κατά τη διάρκεια της ούρησης). Αμέσως μετά την κένωση, ο όγκος ούρων που παραμένει στην κύστη μετριέται είτε υπερηχογραφικά είτε με τοποθέτηση ουρηθρικού καθετήρα.

Κυστεομανομετρία και μελέτη Πίεσης-Ροής

Ο ασθενής συνήθως κάθεται κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Δύο λεπτοί καθετήρες συνδεδεμένοι σε ένα ειδικό ουροδυναμικό μηχάνημα τοποθετούνται ο ένας στην κύστη και ο άλλος στο ορθό για να μετράνε την πίεση στην κύστη και την πίεση στην κοιλία, αντιστοίχως, κατά τη διάρκεια της ούρησης.

Στην πρώτη φάση της εξέτασης (φάση πλήρωσης), η κύστη γεμίζει με φυσιολογικό ορό μέσω του καθετήρα, προσομοιώνοντας έτσι μία γρηγορότερη φυσιολογική πλήρωση, μέχρι ο ασθενής να έχει μία φυσιολογική επιθυμία για ούρηση. Στη δεύτερη φάση (φάση κένωσης), ο γιατρός ζητά από τον ασθενή να ουρήσει είτε καθήμενος είτε όρθιος. Κατά τη διάρκεια των δύο φάσεων, αναλύονται οι πιέσεις που κατοπτρίζουν τη λειτουργία του κατώτερου ουροποιητικού.

Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, χρησιμοποιούνται ακτίνες Χ και ιωδιούχα σκιαγραφικά για να ληφθούν ακτινογραφίες και/ή βίντεο κατά την εξέταση, που προσφέρουν επιπρόσθετες πληροφορίες (βιντεο-ουροδυναμική). Η εγκυμοσύνη αποτελεί αντένδειξη για τη χρήση ακτινοβολίας.

Ηλεκτρομυογραφία (EMG)

Είναι η ανάλυση της ηλεκτρικής δραστηριότητας των μυών του περινέου κατά τη διάρκεια των φάσεων πλήρωσης και της κένωσης της ουροδυναμικής μελέτης και πραγματοποιείται με τη χρήση ειδικών ηλεκτροδίων. Μη φυσιολογική ανταπόκριση σε αυτό το τεστ σημαίνει βλάβη σε κάποιο νεύρο και/ή μυ που επηρεάζει την ούρηση.

Προφίλ πίεσης της ουρήθρας

Είναι η μελέτη της πίεσης κατά μήκος της ουρήθρας, συνήθως όταν βρίσκεται σε ηρεμία (όχι κατά την ούρηση). Πραγματοποιείται με τη χρήση ειδικού καθετήρα.

Μετά την εξέταση οι ασθενείς μπορεί να παραπονεθούν για συχνοουρία, επώδυνη ούρηση ή αίμα κατά την ούρηση. Τα συμπτώματα αυτά, τις περισσότερες φορές είναι προσωρινά και αποδράμουν σε 1-3 ημέρες μετά την εξέταση.

Αν τα συμπτώματα επιμένουν ή χειροτερεύσουν με την έναρξη πυρετού ή με σοβαρή δυσκολία στην ούρηση (ουρολοίμωξη ή επίσχεση ούρων), πρέπει να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας για την έναρξη θεραπείας, όπου ενδείκνυται.

Laparascopic Prostatectomy

Forum Search

Recent forum topics

Avatar
test topic

Για να παρακολουθήσετε την έρευνά μας επισκεφτείτε το pubΜed

Ο ουροδυναμικός έλεγχος πραγματοποιείται για τη διερεύνηση των κατωτέρων καταστάσεων:

  • Ακράτεια ούρων
  • Συχνοουρία (κατά τη διάρκεια της νύχτας ονομάζεται νυκτουρία)
  • Επιτακτικότητα (ξαφνική και έντονη ανάγκη για ούρηση)
  • Επώδυνη ούρηση
  • Δυσκολία στην κένωση της κύστης
  • Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις

Η κύρια αντένδειξη για την πραγματοποίηση της εξέτασης είναι η παρουσία ουρολοίμωξης την ώρα της εξέτασης.

Διαδικασία

Ο ουροδυναμικός έλεγχος μπορεί να περιέχει μερικές ή όλες από τις ακόλουθες εξετάσεις:

  • Ουροροομετρία και μέτρηση του υπολείμματος ούρων
  • Κυστεομανομετρία
  • Μελέτη πίεσης-ροής (κυστεομετρία κένωσης)
  • Βιντεο-ουροδυναμική
  • Ηλεκτρομυογραφία (Electromyography EMG)
  • Προφίλπίεσης της ουρήθρας

Η πραγματοποίηση μίας ή περισσοτέρων από τις άνωθι εξετάσεις είναι επιλογή του θεράποντα γιατρού βάσει των κλινικών σημείων και συμπτωμάτων του ασθενούς.

Ουροροομετρία και μέτρηση του υπολείμματος ούρων

Η Ουροροομετρία είναι μία μη επεμβατική εξέταση που μελετά τη ροή των ούρων κατά τη διάρκεια της κένωση: ο ασθενής απλά ουρεί σε ένα ειδικό δοχείο/τουαλέτα που συνδέεται σε ένα ροόμετρο, μία συσκευή που μας δίνει πληροφορίες για τη ροή των ούρων (αποβληθής όγκος, χρόνος ροής, ροή κατά τη διάρκεια της ούρησης). Αμέσως μετά την κένωση, ο όγκος ούρων που παραμένει στην κύστη μετριέται είτε υπερηχογραφικά είτε με τοποθέτηση ουρηθρικού καθετήρα.

Κυστεομανομετρία και μελέτη Πίεσης-Ροής

Ο ασθενής συνήθως κάθεται κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Δύο λεπτοί καθετήρες συνδεδεμένοι σε ένα ειδικό ουροδυναμικό μηχάνημα τοποθετούνται ο ένας στην κύστη και ο άλλος στο ορθό για να μετράνε την πίεση στην κύστη και την πίεση στην κοιλία, αντιστοίχως, κατά τη διάρκεια της ούρησης.

Στην πρώτη φάση της εξέτασης (φάση πλήρωσης), η κύστη γεμίζει με φυσιολογικό ορό μέσω του καθετήρα, προσομοιώνοντας έτσι μία γρηγορότερη φυσιολογική πλήρωση, μέχρι ο ασθενής να έχει μία φυσιολογική επιθυμία για ούρηση. Στη δεύτερη φάση (φάση κένωσης), ο γιατρός ζητά από τον ασθενή να ουρήσει είτε καθήμενος είτε όρθιος. Κατά τη διάρκεια των δύο φάσεων, αναλύονται οι πιέσεις που κατοπτρίζουν τη λειτουργία του κατώτερου ουροποιητικού.

Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, χρησιμοποιούνται ακτίνες Χ και ιωδιούχα σκιαγραφικά για να ληφθούν ακτινογραφίες και/ή βίντεο κατά την εξέταση, που προσφέρουν επιπρόσθετες πληροφορίες (βιντεο-ουροδυναμική). Η εγκυμοσύνη αποτελεί αντένδειξη για τη χρήση ακτινοβολίας.

Ηλεκτρομυογραφία (EMG)

Είναι η ανάλυση της ηλεκτρικής δραστηριότητας των μυών του περινέου κατά τη διάρκεια των φάσεων πλήρωσης και της κένωσης της ουροδυναμικής μελέτης και πραγματοποιείται με τη χρήση ειδικών ηλεκτροδίων. Μη φυσιολογική ανταπόκριση σε αυτό το τεστ σημαίνει βλάβη σε κάποιο νεύρο και/ή μυ που επηρεάζει την ούρηση.

Προφίλ πίεσης της ουρήθρας

Είναι η μελέτη της πίεσης κατά μήκος της ουρήθρας, συνήθως όταν βρίσκεται σε ηρεμία (όχι κατά την ούρηση). Πραγματοποιείται με τη χρήση ειδικού καθετήρα.

Μετά την εξέταση οι ασθενείς μπορεί να παραπονεθούν για συχνοουρία, επώδυνη ούρηση ή αίμα κατά την ούρηση. Τα συμπτώματα αυτά, τις περισσότερες φορές είναι προσωρινά και αποδράμουν σε 1-3 ημέρες μετά την εξέταση.

Αν τα συμπτώματα επιμένουν ή χειροτερεύσουν με την έναρξη πυρετού ή με σοβαρή δυσκολία στην ούρηση (ουρολοίμωξη ή επίσχεση ούρων), πρέπει να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας για την έναρξη θεραπείας, όπου ενδείκνυται.

Τι είναι η κυστεοσκόπηση και γιατί γίνεται;

Η κυστεοσκόπηση είναι μια ιατρική πράξη που εφαρμόζεται από τον ουρολόγο για διαγνωστικούς λόγους και πιο συγκεκριμένα, για την ενδοσκοπική επισκόπηση του βλεννογόνου της ουρήθρας και της κύστης. Η μέθοδος πραγματοποιείται με τη χρήση κυστεοσκοπίου, ενός ειδικού εργαλείου που εισάγεται από την ουρήθρα και σταδιακά προωθείται στην ουροδόχο κύστη και επιτελείται υπό τοπική αναισθησία ή μέθη, αναλόγως με τη μέθοδο (εύκαμπτη ή άκαμπτη κυστεοσκόπηση) και την ανοχή του ασθενούς.

Ενδείξεις για την διενέργεια κυστεοσκόπησης αποτελούν η διερεύνηση της αιματουρίας, ο αποκλεισμός παθολογικών ευρημάτων όπως η ουρολιθίαση ή οι όγκοι στην κύστη καθώς και η μετεγχειρητική παρακολούθηση του αποτελέσματος κάποιας επέμβασης.

 

Πώς γίνεται η κυστεοσκόπηση;

Στην περίπτωση διενέργειας κυστεοσκόπησης, η διαδικασία ξεκινά ως εξής: Αφού ο γιατρός καθαρίσει καλά με τοπικό αντισηπτικό διάλυμά τα εξωτερικά γεννητικά όργανα του άνδρα ή της γυναίκας που εξετάζεται, εφαρμόζεται μέσα στον αυλό της ουρήθρας στείρο τοπικό αναισθητικό υγρό όπως η ξυλοκαϊνη. Στη συνέχεια το κυστεοσκόπιο εισάγεται στην ουρήθρα η οποία και διαστέλλεται από την ταυτόχρονη ροή φυσιολογικού ορού επιτρέποντας την δίοδο του ενδοσκοπίου στην κύστη.

Το κυστεοσκόπιο έχει ειδικό φακό που καταγράφει ενδοσκοπικά την κλινική εικόνα της περιοχής της ουρήθρας και της ουροδόχου κύστης. Η μέθοδος είναι από εντελώς ανώδυνη έως ελαφρά ενοχλητική και μετά το πέρας της εξέτασης ο ασθενής μπορεί να αποχωρήσει αμέσως από το ιατρείο. Συνήθως χορηγείται μία δόση προφυλακτικού αντιβιοτικού κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Τα αποτελέσματα της κυστεοσκόπησης βγαίνουν σε πραγματικό χρόνο, δηλαδή κατά τη στιγμή της εξέτασης και η μέση διάρκεια μιας κυστεοσκόπησης δεν ξεπερνά τα 15 λεπτά. Στην περίπτωση χρήσης μέθης, η εξέταση διενεργείται σε κάποια κλινική και ο ασθενής θα χρειαστεί να διακόψει το φαγητό και τη λήψη υγρών λίγες ώρες πριν την εξέταση. Θα παραμείνει στο νοσοκομείο λίγες ώρες για ανάνηψη και μετά απαγορεύεται για 24 ώρες να οδηγήσει.

 

Συνήθως, δεν αναφέρονται κλινικά σημαντικές παρενέργειες ή επιπλοκές μετά από μία κυστεοσκόπηση. Είναι δυνατόν να παρατηρηθούν τις πρώτες ώρες μετά την εξέταση ήπια δυσουρία (πόνος δηλαδή κατά την ούρηση) ή αιματουρία (ιδίως στις περιπτώσεις λήψης αντιπηκτικών φαρμάκων). Επίσης, όπως μετά από κάθε ενδοσκοπική παρέμβαση, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος προσβολής από κάποιο μικρόβιο, ο οποίος συνήθως προλαμβάνεται με την προφυλακτική αντιβίωση που χορηγείται κατά την εξέταση. Σε κάθε περίπτωση, ο θεράπων ιατρός πρέπει να ενημερωθεί αν παρατηρηθεί κάτι ασυνήθιστο ή κάποιο σύμπτωμα που επιμένει πάνω από δύο ημέρες μετά την εξέταση.

Τι πρέπει να προσέξεις πριν και μετά την κυστεοσκόπηση;

Πριν την εξέταση ο ασθενής πρέπει να έχει ουρήσει και να έχεις καθαρίσει καλά την περιοχή των γεννητικών οργάνων. Επίσης, θα πρέπει πριν κλειστεί το ραντεβού στο γιατρό, αυτός να

Copyright © 2017-2020 Laparoscopy-Endourology.com All Rights Reserved

Design and Developed by Best Cybernetics